κάναβος - Dictionary of Greek ο (Α κάναβος και κάνναβος) νεοελλ. (τοπογρ.) γεωμετρικό σχήμα ενός δικτύου τετραγώνων πάνω σε χάρτη που η σχεδίασή του αποτελεί ακριβή τρόπο ... https://t.co/yMejdKqG7L
— Forma-Odezhda.ru (@formaodezhdaru) May 1, 2020
from Twitter https://twitter.com/formaodezhdaru
May 01, 2020 at 03:38AM http://twitter.com/formaodezhdaru/status/1256020008523661312
Комментариев нет:
Отправить комментарий