четверг, 30 апреля 2020 г.

κάναβος - Dictionary of Greek ο (Α κάναβος και κάνναβος) νεοελλ. (τοπογρ.) γεωμετρικό σχήμα ενός δικτύου τετραγώνων πάνω σε χάρτη που η σχεδίασή του αποτελεί ακριβή τρόπο ... https://t.co/yMejdKqG7L


from Twitter https://twitter.com/formaodezhdaru

May 01, 2020 at 03:38AM http://twitter.com/formaodezhdaru/status/1256020008523661312

Комментариев нет:

Отправить комментарий

webmention

Infocourt

News digest

Together digest